Archive for ποίηση

ΝΑ ΖΩ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗ ΖΩ

 


Πέρα ψηλά στους ουρανούς

Μαχαίρια στραφταλίζουν

Στον μιναρέ  η σιωπή εκούρνιασε

Και σίγησε για πάντα

Κι ένα ποτάμι αστραφτερό

Βελούδα απλώνει

 Και μεθά η θάλασσα κι αφρίζει

Στης Πόλης τα κάστρα κείτεται

Η Δόξα των Ανέμων

Κι ένα φλάμπουρο ανέμιζε

Μοιρολογώντας  μόνη

Φωνή , φωνή αρθρώνεται

Στις χαίτες των κυμάτων

Και πα στα βράχια σπάζουνε

Κι ο σπαραγμός σπαράζει

Την ανεμώνη την θρηνούν

Τα ωκεάνια βάθη

Απόψε όλα θα χαθούν

Κι ο νους θα ζωντανέψει

Σε μιας κοιλάδας την γωνιά

Η Πλάση θα γελάσει

Ειρωνικά κι απόκοσμα

Τη χλεύη θα χλευάσει

Ζαφείρια,αρώματα,πανιά

Το Πέλαγο ορμηνεύουν

Και του κεντούν νεροσυρμές

Στον ΄Ηλιο τις κρεμάνε

Και ήχοι , ήχοι απόκοσμοι

Από πέρα χλιμιντράνε

Θέλουν κάτι να πουν

Ποτέ τους δεν το λένε

Και μια βουή ακατάληπτη

Κι άλλη βουή , κι άλλες κι άλλες

Τις  γωνιές  του χάους  κατέλαβαν

Να δοξαστούν και να δοξάσουν

Και πάνω στης φτέρης τους αρμούς

Στις ρίζες και στα φύλλα

Τρέμει  μιας καμπάνας

Ο αχός τον κάμπο ανταριάζει

Κι ο Ορθρος σπεύδει να

κρυφτεί στων βράχων τις σχισμάδες

Κάτι γεννήθηκε εκεί

νέκταρ μαζί κι αλάτι

διψάσαμε και φύγαμε

σε μήκη και σε πλάτη

Μου λένε να εμφανιστώ

Μα όλα βουβά τακούω

Θέλω να ζω και να μη ζώ

Μακάριος πότε εδώ και πότε εκεί

Αέρινος και θείος…

 

Comments

ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΚΡΙΣΗ…

Ένα σπίτι πέτρινο

Προσευχή Ανατολής

Στη Δύση

Μια μουριά,μια συκιά

Και δυο σφεντάμια

Και μυγδαλιές στον Κήπο

Ρωγμές, ρυτίδες,χώματα,χνάρια

Πέτρες,στην καρδιά, στο νού

Και στην ψυχή

Κι ο ίσκιος της μουριάς

Μεταξένια   χειρονομία

Κι ένα μελωδικό αεράκι

Αγκαλιά με τα χρυσάφια του ήλιου

Αντανακλούσαν το γέλιο τους

Στις σχισμάδες των βράχων

Και στις χελιδονοφωλιές

Και οι χαίτες των αλόγων

Έπαιζαν κρυφτούλι με τον ήλιο

Κι οι σαύρες

Από ημίφως σε ημίφως

Κεντούσαν χορογραφίες

Κι έτσι κατάλαβα γιατί  

Εκστασιάστηκε η ίδια η σιωπή

Comments

ΑΣΤΡΑΨΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Καθώς  το στενό ρυάκι δρασκελούσα

Άστραψε ένα ποίημα

Το πάτησα

Και το βουνό σύγκορμο σπαρτάρησε

Πέρα στην Ανατολή

Τρεμόσβηνε ο ΄Ηλιος

Το κρόσια του τα τίναζε στης ρεματιάς τα σκότη

Και τα καβούρια βύζαιναν από όχθη σε όχθη

Το λάμπον  σφρίγος

Νεράϊδες χόρευαν ψηλά

Στων σύννεφων τα πλάτη

Κι ένας αέρας πάνοπλος

Τη Φύση πολιορκούσε..

Comments

Α Θ Η Ν Α

ΑΘΗΝΑ

Αθήνα σε είπαν διαμαντόπετρα,

Της γης το δαχτυλίδι

Μα εγώ σε λέω ψυχή

του Σύμπαντος στολίδι.

Ακρόπολη, καστρόπολη

Παρθένα, αμόλυντη θεά μου

Άρωμα δάφνης,  γιασεμιού

αμάραντου και θυμαριού

αιώνιε έρωτά μου.

Γήϊνη, συμπαντική

Γαλανομάτα  Αθήνα

Αιώνες βάρβαροι σε πολιορκούν

Για να σε κάνουν μνήμα.

Αθήνα, αθάνατη Θεά

Εκπέμπεις φως αιώνιο

Μ΄ ακόντιο, κότινο ελιάς

Κι Ελευθερίας Νόμο

Του Σύμπαντος είσαι  η πνοή,

η μέθη, η γαλήνη,

Κι ο όρκος ο παντοτινός
Πως ο κόσμος είναι αιώνιο Φως
Και φωτεινός θα μείνει

Comments

Ο ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΟΣ : Υμνώ την Μέρκελ για την δόση μου…

΄Οταν σε είδα εξεπλάγην

Κι ανεφώνησα τροχάδην

Τι εξαίσια ύπαρξις!

Κάθε βράδυ ιδιαιτέρως

Με διακατέχει σφόδρα ο ΄Ερως

Δι εσένα δεσποινίς

Νοιώθω σαν ημιθανής

Με το βλέμα απλανές

Επεριφερόμουν χθές

Χθές και σήμερα και αύριο

Που θα εύρω το κουράγιο

Να αναφωνήσω σαγαπώ

Ορκισθείς εις τον Χριστό;

Κι αν δεν με πιστέψεις;

Και κάπου αλλού με παραπέμψεις;

Φερειπείν  στης ψυχής σου τ΄ακρογιάλι

Ως αλήτη και ρεμάλι;

Που θα βρώ το σθένος

Εις το ζώδιον Παρθένος

Να σ΄απαρνηθώ;

Είναι σα ν αυτοκτονώ

Κι αν έλεος αναφωνήσω;

Θα σε πείσω;

΄Η να σε αρπάξω ορμητικά

Και αντρίκια ορθά κοφτά

κάτι να σου ψυθιρίσω

Και εμπράκτως σε αποπλανήσω!

Κι αν τα πράξω όλα αυτά

Τι θα κάνουμε μετά;

Θα τραγουδάμε την αγάπη

Η θα βγάνουμε

Ο ένας του αλλουνού το μάτι;

Μ΄ένα μάτι πώς θα με κοιτάς;

Τι μισή μου αγάπη προτιμάς;

Την  άλλη μισή τι να την κάνω;

Εσύ από κάτω και εγώ από πάνω;

Με λιγωμένη φωνή η αγάπη να παρακαλεί

Την θέλω, την θέλω και την άλλη μισή;

Κι αν εγώ παραφρονήσω και σε μισήσω;

Πως μισή και μισή αγάπη θα ανορθωθεί;

Και τα κάστρα του ΄Ερωτα θα πολιορκεί;

Αλλά  από διαρκή πολιορκία δεν έπεσε η Τροία;

Και  ο ΄Ομηρος  εφηύρε την  ομοιοκαταληξία;

Και  κατέστη αιώνια θεϊκη αυθαιντία;

Ω τρελή, Ευρώπη! «Θεσπέσια» Μέρκελ(!)

Θύμα, σκλάβος,΄Ομηρος για  σένα θα γίνω

Κι αιωνίως προς εσένα θα συγκλίνω.

Γιατί χωρίς την δόση μου τι θ΄απογίνω;

Κι αυτή  είναι η  υπογραφή μου:

«Με την δόση μου βάνω φωτιά στην ψυχή μου»

 

 

 

 

 

 

Comments

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ: `Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια`. `Τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας- δε μπορεί κανείς να μας το πάρει…

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.

Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά
ουρανό πάνου απ’ την πίκρα τους.
Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γένεια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ’ άγρια μάτια και μαλλιά σκοινένια
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βελονιά μια κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ’ τη φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην καρδιά τους
σαν τα χνάρια απ’ το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε.
Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια. O αγέρας είναι αψύς κει πάνου.
Oταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία της δύσης
και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιάς
ανηφορίζουν ώς εδώ οι γριές απ’ τα σκαμμένα στο βράχο σκαλοπάτια
κάθουνται στη Mεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα

Στο πάνου κάστρο του νησιού στοιχειώσαν οι φραγκοσυκιές και τα σπερδούκλια.
Tο χώμα ανασκαμμένο από το κανονίδι και τους τάφους.
Tο γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο με ουρανό. Δεν έχει πια
καθόλου τόπο
για άλλους νεκρούς. Δεν έχει τόπο η λύπη να σταθεί να πλέξει
τα μαλλιά της.

Mε τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί - περμένουνε την ώρα, δεν
κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Tούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας - δε μπορεί κανείς να μας το πάρει.

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Comments

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΓΙΟ ΜΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟΥΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ:

          Γράφει ο Θαν.Τσιώκος-Πλαπούτας

“Ένα τραγούδι περιμένει ξεχασμένο.

Τα χείλη της παγώσανε τα μάτια της στεγνώσανε
κι ένα τραγούδι περιμένει ξεχασμένο
σαν ένα ορφανό παιδί στον πόλεμο  σφαγμένο

Κι η μάνα κλαίει και παρακαλεί
Κάποιο πρωϊ στην πόρτα της να τόβρει αναστημένο
Δάκρυ, το δάκρυ η ψυχή τους ουρανούς μετράει

Τους βγάζει εφτά, τους βγάζει εννιά τους βγάζει δεκαπέντε
Μα τ΄αστρα ευθύς εσβήσανε κι οι άνεμοι σιγήσανε
Εκτός απ΄τον πουνέντε

 Τον άνεμο τον δυτικό, τον χιλιομυρωμένο
Χελιδονάκι έστειλε και τόχε ορμηνεμένο
Στο ράμφος του κουβάλαγε το μυστικό κρυμένο
Οι Ουρανοί ν΄ανοίξουνε και το παιδί να δείξουνε
Στη μάνα το καϋμένο.

 Στο γαλανό των ουρανών, στα χρώματα τα μύρια
οι άγγελοι φανήκανε, τούτα τα λόγια είπανε:
Μάνα μην κλαίς και μην πονάς και μην παραπονιέσαι
ο γιός σου στο  ταξίδι του ανάσα την ανάσα του
για σ’ένα ζει, εσένα  συλλογιέται.
Αμνός, μωρό, παιδί, ξεπεταρούδι και πουλί
ποτέ του δεν ξεχνιέται
Το λένε  οι λόφοι, τα βουνά, το λέει Λαού Σημαία
Τα  χρώματα που λάμπουνε και ραίνουν τον αιθέρα

 Τα μάτια της αστράψανε, τα χείλη της μιλήσανε:
Τραγούδι μου δεν είσαι ορφανό, δεν είσαι ξεχασμένο
Απ΄της  ψυχής τα βάραθρα βγήκες αναστημένο
Και το σκοτάδι του βυθού τρέμει συγκλονισμένο”.


 

 

         

 

 

Comments

Οι `γενοκτόνοι` της ασφάλτου.

       
  Καθημερινό έγκλημα στο οδικό δίκτυο
   
  Θυμάσαι  παιδί μου  που σε κράταγα απ΄το χέρι
Τους δρόμους πως βαδίζαμε μαζί όλο χαρά
Θυμάσαι  πώς  μας χάϊδευε το μυρωμένο αγέρι
Και τα πουλιά πετούσανε με δυνατά φτερά

Στην άσφαλτο Δημήτρη, θυμίσου
Οι διαφημιστές πήραν την ζωή σου
 
΄Εκανα Θεό τον   πόνο και συντάξαμε και   Νόμο
 Κλαίει ο ήλιος κι η βροχή, κλαίνε η γη και οι ουρανοί
για τον άδικο χαμό σου μια γιατρειά υπάρχει μόνο
Το δάκρυ έπιασε σπαθί κι ο νόμος θα επιβληθεί.
                                      2007
   Οι  ”δολοφονημένοι”  της Πασχαλινής εξόδου

Comments

Οι δολοφόνοι της ασφάλτου.

 

                    Οι δολοφόνοι της ασφάλτου
                 

                 Στίχοι:   Οι δολοφονημένοι νέοι της ασφάλτου.
                 Μουσική: “           “              “     ”        “ 
                 Πρώτη εκτέλεση:  ”               ”     “        ”

            

             Φωτεινή διαφήμιση απ΄την άσφαλτο μ΄εκτρέπει
            σαν εφιάλτης η εκτροπή πως μοιάζει
            μαύρος ο θάνατος μπροστά μου στέκει
            κι ο ουρανός αστράφτει, κλαίει και βροντάει.
            
             Η φωτεινή διαφήμιση σαν κάτι να μου λέει
            κι ο θάνατος πως θα κοιμηθούμε αντάμα,
            μου φεύγει το τιμόνι από το χέρι
            του θανάτου σα να ήμουνα το τάμα.

            ΄Ενα σύννεφο αλλόκοτο στον ουρανό,
             ένα σύννεφο σαν κάτι να μου γνέφει
             σκοτάδι σκέπασε τον Υμηττό
             κι ένιωσα βαριά τη γη στην άβυσσο να πέφτει. 
              

               

Comments

Τον περιμένουν

                             

                             Τον περιμένουν
Πέρα μακριά απ΄τα βάθη του σύμπαντος νάτος  έρχεται.
΄Ετσι εξηγούνται οι ιαχές του πλήθους, οι στολισμοί και οι μουσικές.
                   Τον περιμένουν!
Ποιός είναι δεν ρωτούν κι όμως τον περιμένουν!
΄Εχουν βγεί στους εξώστες, στους  δρόμους και στις πλατείες.
Κρατούν λάβαρα και σημαίες κι όλο σιγοψιθυρίζουν.
Με βλέμματα απαστράπτοντα,  και χαμόγελα βεβαιότητας!
Δεν ξέρουν ποιός είναι. Και κεί τον περιμένουν!
Κι  εκείνος όλο καθυστερεί. ελλισσόμενος μέσα σε μονοπάτια κι ατραπούς  
σε κορυφογραμμές και ουρανούς. Μέσα σε θύελλες γαλαξιακές,,
σε  άστρα κι αστραπές.
                Κι αυτοί τον περιμένουν! Κι όλο πλησιάζει.
Και  διακρίνει λεπτομέρειες, πρόσωπα, χειρονομίες, χτυπήματα
στις πλάτες, βηματισμούς πέρα δώθε, χειραψίες, χαμόγελα ελπιδοφόρα…
                              Τον περιμένουν!
Κι έτσι τους έμαθε καλά. Αδημονούν ν΄αποκαλυφθεί
Να μάθουν ποιος είναι! Να τον δουν, να τον αγγίξουν. Να τον δοξάσουν,
Να τον σταφανώσουν…
Κι ας μη τον ξέρουν! Κι εκείνος  νάτος: Πέρα μακριά απ΄τα βάθη
του σύμπαντος έρχεται.
Σαν ελπίδα, σαν τιμωρός, σαν  μάστιγα και κεραυνός, σαν διάβολος και σαν θεός.
                                      Τον περιμένουν!
Σαν άγνωστο ερχόμενο και σαν πολύ γνωστό!
                             Νάτος  αδιάκοπα έρχεται.
Κι αυτοί πείσμονες κι επίμονοι τον περιμένουν!
Κι εκείνος όλο  πείθεται και πείθεται ότι κάποτε θαρθεί!

Comments

« Previous entries ·